βεμβράς

βεμβράς, -άδος
See also: s. βαμβραδών.
Page in Frisk: 1,233

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • βεμβράς — fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βεμβράδα — βεμβράς fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βεμβράδας — βεμβράς fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βεμβράδες — βεμβράς fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βεμβράδι — βεμβράς fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βεμβράδος — βεμβράς fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βεμβράδων — βεμβράς fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βεμβράσι — βεμβράς fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βεμβράσιν — βεμβράς fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βεμβράδ' — βεμβράδα , βεμβράς fem acc sg βεμβράδι , βεμβράς fem dat sg βεμβράδε , βεμβράς fem nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεμβράς — μεμβράς, άδος, ἡ (Α) είδος μικρής άφυας. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. πιθ. προέρχεται από τον τ. βεμβράς* «είδος άφυας, αθερίνας», με ανομοιωτική τροπή τού β σε μ ] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.